Free Call 210-38.00.259

Νύχτα

10,00

Description

«Νύχτα» τα οκτώ αφηγήματα που παρατίθενται σε αυτό το βιβλίο προέκυψαν από μία εναγώνια αναζήτηση δημιουργικής διεξόδου κατά την περίοδο του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας. Βγήκαν σχεδόν αυθόρμητα τις ώρες του περιπάτου στη θάλασσα, στο Παλαιό Φάληρο, μιας καθημερινής συνήθειας που εντάθηκε την περίοδο του κλεισίματος της πόλης. Εσπρεσάκι στο χέρι, μουσική από τα ακουστικά του κινητού, τσιγάρο, ένα μοναχικό παγκάκι, τα κύματα και τα θαλασσοπούλια ήταν τα εφόδια της έμπνευσης. Στη βόλτα ερχόταν η ιδέα, με την επιστροφή στο σπίτι η καταγραφή της ιστορίας. Πρόθεση ήταν μία απλή, κατά το δυνατόν έκθεση των γεγονότων, όπως θα ήταν μέσω της προφορικής, παραστατικής αφήγησης. Θέλησα να μιλήσω για την ελευθερία και τον εγκλεισμό, τον έρωτα, τα όνειρα, τους πόθους, τις ανησυχίες για το μέλλον, τη θλίψη, τους φόβους, τη μοναξιά, την αναζήτηση, το θέατρο, την απώλεια και τις προσδοκίες. Τα κείμενα αυτά είναι μία ανασύνθεση από μνήμες, πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, εφιάλτες, δοξασίες, όνειρα και ελπίδες. Εύχομαι ο αναγνώστης να βρει ένα κομμάτι της δικής του εναγώνιας αναζήτησης και ύπαρξης.

Νίκος Χατζηπαπάς

 

…«Νυχτώνει. Ξέρω φοβάσαι…

τους βλέπεις όλους αυτούς… τώρα που πέφτει το φως κι έρχεται η νύχτα, φοβούνται όπως εσύ. Αυτό τον τρόμο της νύχτας εγώ τον ζώ  από τα είκοσί  μου και είμαι πενήντα. Τριάντα χρόνια τώρα ζω αυτό το ατέρμονο μονοπάτι  της νύχτας. Αυτός δέκα, ετούτος σαράντα, αυτός πενήντα. Σε λίγο τα φώτα θα σβήσουν. Θα μείνουν ελάχιστα. Ίσα-ίσα να διαγράφονται οι σκιές μας στους τοίχους, στο ξερό χώμα, στα κελιά και τα αποχωρητήρια, οι σκιές μας, εμείς δηλαδή. Έλα πάμε μέσα. Θα ζήσεις το μεγαλείο της νύχτας στο άσυλο. Έτσι δεν θα μας ξεχάσεις ποτέ. Τη νύχτα οι περισσότεροι φοβούνται να κοιμηθούν. Περιμένουν άγρυπνοι να ανατείλει ο ήλιος για να μπορέσουν λίγο να ησυχάσουν. Να τους πάρει λίγο ο ύπνος για να αντέξουν. Τη νύχτα το άσυλο δεν ησυχάζει ποτέ. Θα δεις. Έλα, τρέμεις;  Όλοι τρέμουν εδώ, δεν είσαι μόνος»…

 

…«Ακόμα τρέμεις;», είπε ο συνομιλητής. «Κάτσε εδώ σε αυτό το χωρίς   σκεπάσματα κρεβάτι. Απόλαυσε τη νύχτα. Όσο και να κουραστείς δεν πρόκειται να κοιμηθείς. Ο τρόμος σε κυριεύει! Η παράσταση που αρχίζει έχει πολύ ενδιαφέρον, αυθεντικότητα όπως θα έπρεπε να είναι η τέχνη σου. Σου εγγυώμαι ότι είναι μία σπουδαία παράσταση, καθόλου πληκτική, δεν θα την ξεχάσεις ποτέ, μέχρι να πεθάνεις»…

 

 

 

 

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦEΑΣ: Νίκος Χατζηπαπάς

Γεννήθηκε στη Ρόδο και κατάγεται από την Όλυμπο της Καρπάθου. Από το 1972 ζει μόνιμα στην Αθήνα. Σπούδασε θέατρο, κινηματογράφο  και γραφικές τέχνες. Το 1987 ίδρυσε το Μαγικό Θέατρο. Το 1997 ίδρυσε το Helix Action Theatre. Με παραστάσεις του έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και Ευρωπαϊκές Διοργανώσεις: Μεγάλη Βρετανία, Πολωνία, Μπελαρούς, Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Σερβία, Κροατία, Κύπρο, Τουρκία, Αίγυπτο, Ινδία και Κίνα (31o Φεστιβάλ των Εθνών). Την περίοδο 1991-1995 διετέλεσε Διευθυντής του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Ρόδου. Από το 1997 – 2000 συνεργάστηκε ως σκηνοθέτης στο Εθνικό Θέατρο. Συνεργάτης της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης Θεσσαλονίκης και πολλών Περιφερειακών Θεάτρων. Από το 2009 διοργανώνει το International Street Theatre Festival στην Αθήνα. Έχει υλοποιήσει το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Helidra και το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Kaspar Machine. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πανευρωπαϊκό Νομαδικό Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου του Aurillac στη Γαλλία, που πραγματοποιήθηκε το 2008. Tο 2010 συμμετείχε ως προσκαλεσμένος στο Open Street International forum στο Fermo της Ιταλίας. Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Υποψηφιότητας της Ρόδου, για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021.  Από το 2015 διοργανώνει το Φεστιβάλ Θεάτρου Βαλίτσας. Έχει σκηνοθετήσει έργα των Σαίξπηρ, Μπεν Τζόνσον, Κρίστοφερ Μάρλοου, Μολιέρου,  Κάρλο Γκολντόνι,  Άντον Τσέχωφ, Φ. Γκαρθία Λόρκα, Σάμουελ Μπέκετ, Μπεθ Χένλυ, Μισελ Ντε Γκελντεροντ, Μάϊκλ Φρέην, Γιούκιο Μισίμα, Hugo Claus, Αριστοφάνη, Αισχύλου, Καζαντζάκη, Θεοτοκά, Ζιώγα, Μάτεσι, Μποστ, Σκούρτη, Κεχαΐδη, Μουρσελά, Λυμπεράκη, Ευθυμιάδη, Δωριάδη, Μοντσελέζε, Χουρμούζη, Χριστοφή κ.ά. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου. Τα οκτώ διηγήματα της συλλογής “Νύχτα” αποτελούν το πρώτο του εγχείρημα στην πεζογραφία. Το 1995 προηγήθηκε η ποιητική συλλογή “Μύθου Αφήγησις Τέλος” Εκδόσεις “Δωδώνη”.

 

ISBN : 978-618-5563-05-09     Α΄ Έκδοση  Ιούλιος  2021           

ΣΕΛΙΔΕΣ:114 , ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 14cm Χ 21cm

ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΙΜΗ: 10.00 Ευρώ με Φ.Π.Α.

 

 

Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Βιβλίο με έντονη θρησκευτικότητα, σχεδόν μεσαιωνική, αλλά και αναγεννησιακή ενίοτε. Κυριαρχεί το στοιχείο μπαρόκ στις ανθρώπινες και αστικές περιγραφές και το ρομαντικό στοιχείο στις περιγραφές των φυσικών τοπίων.

Τα στοιχεία της Φύσης είναι πιο ειρηνικά από τον άνθρωπο, ακόμα κι όταν αγριεύουν (αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα).

Ο νότιος υγρός άνεμος (η όστρια) πρωταγωνιστεί σε αυτή την σπονδυλωτή αφήγηση με έναν τρόπο σχεδόν ερωτικό παραπέμποντας στο ώριμο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα», με το οποίο, εκτός από την πίκρα της ενήλικης εμπειρίας το συνδέει και η ονειρική κατάσταση, στην οποία περνούν ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα με μια ευκολία σχεδόν νεραϊδένια (ή μήπως θα έπρεπε να πω «νεραϊδική»).

Αυτή η μαγική αντίληψη του κόσμου και των πραγμάτων παραπέμπει στα αρχέτυπα και στην αρχαία τραγωδία.

Το σύμπαν κινείται σε ρυθμό adagio (ολοένα και επιβραδυνόμενο).

Έμμεσες λογοτεχνικές, θεατρικές αλλά και θρησκειολογικές αναφορές (όπως η υπόγεια αναφορά στην μετενσάρκωση στις τελευταίες γραμμές του τελευταίου διηγήματος).

Λίγα τα επίθετα, σπανίζουν. Λόγος σχεδόν κυριολεκτικός, στο «δια ταύτα». Δραματική οικονομία. Θαρρείς και μοιράζει τους ρόλους σε ανθρώπινες μαριονέτες σα να κάνει διανομή κάποιου αυτοσχέδιου έργου σε έναν θίασο της Commedia dell’Arte.

Τρομακτικά τα πρόσωπά του. Θηριώδη. Ερεβώδη. Ζουν και κινούνται σε ασύλληπτες δυστοπίες. Ξεφεύγουν μόνον μέσα από την φαντασία, το διάβασμα, το θέατρο.

Η μόνη ελευθερία εξασφαλίζεται από το ανθρώπινο ξεγύμνωμα και την ένωση με το Όλον, το Άπαν, το Ταυτόν.

Και τι να σου κάνει το φτενό κορμί μας μέσα σε τόση πύρινη κοσμοχαλασιά; Αυτός θα ήταν ο δικός μου υπότιτλος σε μια συλλογή διηγημάτων με στοιχεία νουάρ, σουρεαλιστικά, απροσδόκητα.

Θα μπορούσε να παιχτεί (σε συνέχειες) σαν δραματικός μονόλογος στο θέατρο (ή ακόμα και στο ραδιόφωνο – εκεί νομίζω πως θα ήταν περισσότερο τελεστικός ο λόγος).

Έκπληκτος δηλώνω από αυτές τις αλλόκοτες ιστορίες με τις διπλές ανατροπές, τις επαναλήψεις και τις τεχνουργημένες αντιθέσεις.

Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Νίκος Χατζηπαπάς διαθέτει μουσική παιδεία και σωματική αίσθηση του ρυθμού, έτσι που νιώθεις σαν να τον «ακούς» να υποδύεται τις ανάσες των λόγων (δικών του και ξένων). Μέσα από το τυπωμένο χαρτί διάστικτο από τα σύμβολα των στοιχείων ξαναζωντανεύει μια παράλληλη πραγματικότητα σχεδόν εφιαλτική, με τον πρωτόγονο φόβο της νύχτας να προεξέχει και με την «ανάσα» που δίνει η ανεξέλεγκτη φύση, όχι όμως και ο έρωτας, που είναι σχεδόν οπτικός και δεν πραγματώνεται σχεδόν ποτέ. Αυτό το εφηβικό στοιχείο σε συνδυασμό από μία «μεταφυσική» δικής του εμπνεύσεως δημιουργούν εκείνη την παράξενη αίσθηση θρησκευτικότητας για την οποία μίλησα στην αρχή.

Τελετουργικός μυστικισμός και αποκρυφισμός που δεν λέει το όνομά του, αλλά κρύβεται κάτω από τα πέπλα της Σαλώμης-Ίσιδας.

Η αποκάλυψη του Φωτός μέσα από τόσο Σκότος είναι σχεδόν ομοιοπαθητική. Θεραπείας εξ αντιθέτου και δια του αντιθέτου.

Αυτά «τα διηγήματα γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου εγκλεισμού λόγω της πανδημίας» στην Αθήνα του 2021, όπως δηλώνει εντύπως ο καλός πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας και δεινός πεζογράφος Νίκος Χατζηπαπάς.

Το βιβλίο «αφιερωμένο στη μία και μοναδική μου αγάπη…», που μη κατονομαζομένη καθίσταται επίσης υπερβατική, αόριστη, υπεκφυγική.

Η Αγάπη είναι μια απάντηση σε αυτό τον ζόφο, όμως συνυποδηλώνεται, όπως και τα περισσότερα σε αυτό το καλογραμμένο πόνημα ενός θεατρανθρώπου, ο οποίος όταν δεν παίζει ή δεν σκηνοθετεί σκέφτεται, διαλογίζεται και αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια απέραντη σκηνή, ελισαβετιανή, όπου κυριαρχούν η βία, το αίμα, το ψέμα, το καταχρηστικό σεξ και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Υπάρχουν βέβαια οι ανθρώπινοι άγγελοι, ενσώματοι και ασώματοι, υλοποιημένοι και δυνητικοί, δεν ξέρεις όμως αν είναι μία ακόμα λογοτεχνική σύμβαση. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η λογοτεχνική μαεστρία, η αισθητική και υφολογική πρωτοτυπία και ομοιογένεια. Ο Νίκος Χατζηπαπάς δημιουργεί ύφος, ήθος απολύτως καινοφανές. Το στίγμα του είναι ήδη σαφώς αποτυπωμένο στον χωροχρονικό χάρτη τής ασφυκτικής περιρρέουσας ατμόσφαιράς μας.

Κάτι καλό γεννιέται μέσα από την τόση καταστροφή. Μια καινούργια Αναγέννηση ίσως από τα σκοτάδια του καταναλωτικού τεχνολογικού Μεσαίωνα.

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, Επισκέπτης Καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ

www.konstantinosbouras.gr

Κριτική τής “ΝΥΧΤΑΣ”
Νίκος Χατζηπαπάς: «Νύχτα»
Μάριον Χωρεάνθη Δημοσιεύτηκε 24 Σεπτεμβρίου 2021 diastixo.gr
…Το εκτενέστερο (και ομότιτλο) διήγημα, προτελευταίο στη σειρά, συνιστά, κατά τη γνώμη μου, την πεμπτουσία της Νύχτας, συμπυκνώνοντας τις παραβολικές αιχμές και προεκτάσεις της συλλογής. Το ανέβασμα μιας παράστασης σ’ ένα φρενοκομείο, όπου η «πολιτισμένη» βιτρίνα κρύβει μια αλήθεια χειρότερη κι απ’ την κόλαση, γίνεται η αφορμή για μια καίρια φιλοσοφική/υπαρξιακή ανατομία της ζωής σε συνθήκες εγκλεισμού, μα και της θεατρικής πράξης αυτής καθαυτήν – αν όχι και της τέχνης γενικότερα, έτσι όπως συχνά εκλαμβάνεται από όσους δεν την κατανοούν, ούτε καν μπαίνουν στη διαδικασία να την προσεγγίσουν. Στον Σαίξπηρ, η τρέλα –όπως και η μεταμφίεση, ενίοτε οργανικό στοιχείο της απόδοσης ενός ρόλου– χρησιμεύει για κάλυψη και προστασία των κατατρεγμένων από τις περιστάσεις, ώσπου να βρουν το δίκιο τους. Στη ζωή, πόσες φορές δεν θεωρείται (άτυπα) τρελός όποιος, για οποιονδήποτε λόγο και με οποιονδήποτε τρόπο, δεν συμβαδίζει με τον συρμό; Και σ’ εκείνον, ωστόσο, η συλλογική υιοθέτηση και εφαρμογή μιας νοοτροπίας ή συμπεριφοράς μπορεί να φαντάζει σαν ομαδική παράκρουση. Ο αμοιβαίος, αντιπαραθετικός αυτός αντικατοπτρισμός αναδεικνύεται μέσα απ’ τη ζοφερά παραστατική περιγραφή ενός υπαρκτού –ή δυνητικά υπαρκτού– κολαστηρίου-παγίδας, προειδοποιητικής αλληγορίας για το πού οδεύουμε. Αν, δηλαδή, δεν έχουμε ήδη φτάσει.
ΔΙΑΒΆΣΤΕ ΟΛΌΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΉ
Η πρώτη εμφάνιση του Νίκου Χατζηπαπά στη λογοτεχνία ήταν το 1996, με την ποιητική συλλογή Μύθου αφήγησις τέλος (εκδόσεις Δωδώνη). Με σπουδές θεάτρου, κινηματογράφου και γραφικών τεχνών, ο Ροδίτης σκηνοθέτης και ηθοποιός, που πρόπερσι μας χάρισε τον συνταρακτικό μονόλογο του Ούγκο Κλάους Ζιλ και η νύχτα και φέτος το (βασισμένο σε κείμενα του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε) υπερθέαμα Kaspar Machine, έχει δώσει το στίγμα της πολύπλευρης καλλιτεχνικής του δημιουργικότητας μέσα από ένα σύνολο έργου εντυπωσιακό σε όγκο, όσο και σε ποικιλία. Ιδρυτής του Μαγικού Θεάτρου (1987) και του Helix Action Theatre (1997), διοργανωτής του International Street Theatre Festival στην Ελλάδα και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων Helidra και Kaspar Machine, έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με το Εθνικό Θέατρο και την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης Θεσσαλονίκης και διατελέσει διευθυντής του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Ρόδου (1991-1995), καθώς και καλλιτεχνικός διευθυντής για τη φετινή υποψηφιότητα της Ρόδου ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, ενώ έχει, επίσης, συμμετάσχει σε πολυάριθμα διεθνή φεστιβάλ.
Η συλλογή διηγημάτων Νύχτα, η οποία κυκλοφόρησε τον Ιούλιο που μας πέρασε από τις Εκδόσεις Όταν, είναι το δεύτερο συγγραφικό του εγχείρημα που βλέπει το φως της δημοσιότητας, παρακινημένο –όπως ο ίδιος σημειώνει– «από μια εναγώνια αναζήτηση δημιουργικής διεξόδου κατά την περίοδο του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας». Το «κλείσιμο των πόλεων», άλλωστε, είναι φράση που επαναλαμβάνεται στο βιβλίο σαν επωδός, ορίζοντας ένα είδος νοητής γραμμής ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά» της καθημερινότητας, με γνώμονα τις άνευ προηγουμένου –για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο, τουλάχιστον– συνθήκες που επέβαλε η πανδημία: σαν πίνακας ζωγραφικής ή κινηματογραφικό πλάνο χωρισμένο στα δύο, που το ένα τμήμα του «σχολιάζει» πότε εξιδανικευτικά και πότε γκροτέσκα το άλλο. Εντούτοις, το γκροτέσκο δεν είναι πάντα και εξ ορισμού αποκρουστικό (ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την εξαίσια «τερατομορφία» στα έργα του Ένσορ ή του Γκόγια), αλλά μπορεί να πηγάζει από μια αυθόρμητα υπερβατική είσπραξη και διύλιση του κόσμου μέσα απ’ το ακούσια ποιητικό πρίσμα του ονείρου, ή ακόμα και του αταβισμού – την ίδια εκείνη που γεννά αιτιολογικούς, λαϊκούς και αστικούς μύθους, θρύλους και παραμύθια.
Μέσα σε απρόσμενα χωροχρονικά συμφραζόμενα συναντιέται με όντα υβριδικά, υπερκόσμια ή προικισμένα με θαυματουργές ιδιότητες, «ιερούς τρελούς» και χαρακτήρες της Κομέντια ντελ Άρτε – έμβια συστατικά και φετίχ μιας «μαγικής» μυθολογίας, της οποίας είναι μαζί αρχιτέκτονας και πιστός.
«Αληθινές ιστορίες» χαρακτηρίζει ο συγγραφέας τα οχτώ κείμενα που απαρτίζουν τη Νύχτα – πράγμα που, σε μια πρώτη, επιφανειακή ανάγνωση, ίσως φανεί παράδοξο ή αυτοανατρεπτικό. Διότι η κάθε ιστορία ξεκινά με όρους λίγο-πολύ ρεαλιστικούς, ώσπου να συμβεί κάτι καθοριστικό, το οποίο θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση του αφηγητή/πρωταγωνιστή σ’ ένα σύμπαν που καθρεφτίζει παραμορφωτικά το νοούμενο ως υπάρχον – ήτοι, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου καταργούνται σχεδόν ολοσχερώς οι δεδομένες κοινωνικές συμβάσεις, κατοικημένη από πλάσματα αλλόκοτα, «αλλότρια» προς τις κρατούσες αντιλήψεις για την υλική και πνευματική έκφανση/πραγμάτωση του ανθρώπινου όντος, τις δυνατότητες και τις δυνάμεις του. Μα όπως επισημάναμε πιο πάνω, το υπέρλογο και το παράλογο δεν αποτελούν, στην ουσία, παρά ένα διαφορετικό «καθεστώς» υπόστασης και αλήθειας – τον θρίαμβο της απόλυτης υποκειμενικότητας πάνω στη δυναστική ασφάλεια του ευρύτερα, αβασάνιστα αναγνωρίσιμου και αποδεκτού.
Όχι τυχαία, εξάλλου, τα διηγήματα είναι όλα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο: ο αφηγητής ενδύεται ρόλους και περσόνες με ψήγματα αυτοβιογραφίας –άλλοτε έντονα και άλλοτε πιο διακριτικά–, κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι σε μυθιστορηματικές ή κινηματογραφικές φιγούρες με οικείες έως εμβληματικά στερεότυπες ενδυματολογικές επιλογές (λινό μπεζ κοστούμι με καπέλο Παναμά, ή κυπαρισσί με μαντιλάκι στην τσέπη). Μέσα σε απρόσμενα χωροχρονικά συμφραζόμενα συναντιέται με όντα υβριδικά, υπερκόσμια ή προικισμένα με θαυματουργές ιδιότητες, «ιερούς τρελούς» και χαρακτήρες της Κομέντια ντελ Άρτε – έμβια συστατικά και φετίχ μιας «μαγικής» μυθολογίας, της οποίας είναι μαζί αρχιτέκτονας και πιστός. Ακολουθώντας γλάρους, χαρταετούς, θηλυκούς αρχαγγέλους, παρασυρμένος από ποιητικά αινιγματικούς έρωτες και την ίδια του τη δημιουργική περιέργεια, περιδιαβαίνει σε φυσικά ή φανταστικά γήινα και θαλάσσια τοπία και πραγματοποιεί τελετουργικές/μυητικές πτήσεις και βαπτίσματα, ως και μια μοιραία πτώση (που ένα φωνήεν την ξεχωρίζει από την πτήση), η οποία καταλήγει σε «ανάσταση» –μετενσάρκωση;– ύστερ’ από τέσσερις αιώνες ακριβώς. Προσγείωση κυριολεκτική και μεταφορική συγχρόνως, στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, κορύφωση αλλά και υποχθόνια ανατροπή όλων των προηγούμενων στιγμών που το ευφρόσυνα ή σκιαχτερά ζωντανό όνειρο (ή εφιάλτης, ή φαντασίωση) αναγκάστηκε να αποδεχτεί το εφήμερο της ύπαρξής του και να υποκύψει –αν και όχι τελεσίδικα, ούτε χωρίς μάχη– σε μια παρήγορη, όσο και επαχθή πραγματικότητα.
Το εκτενέστερο (και ομότιτλο) διήγημα, προτελευταίο στη σειρά, συνιστά, κατά τη γνώμη μου, την πεμπτουσία της Νύχτας, συμπυκνώνοντας τις παραβολικές αιχμές και προεκτάσεις της συλλογής. Το ανέβασμα μιας παράστασης σ’ ένα φρενοκομείο, όπου η «πολιτισμένη» βιτρίνα κρύβει μια αλήθεια χειρότερη κι απ’ την κόλαση, γίνεται η αφορμή για μια καίρια φιλοσοφική/υπαρξιακή ανατομία της ζωής σε συνθήκες εγκλεισμού, μα και της θεατρικής πράξης αυτής καθαυτήν – αν όχι και της τέχνης γενικότερα, έτσι όπως συχνά εκλαμβάνεται από όσους δεν την κατανοούν, ούτε καν μπαίνουν στη διαδικασία να την προσεγγίσουν. Στον Σαίξπηρ, η τρέλα –όπως και η μεταμφίεση, ενίοτε οργανικό στοιχείο της απόδοσης ενός ρόλου– χρησιμεύει για κάλυψη και προστασία των κατατρεγμένων από τις περιστάσεις, ώσπου να βρουν το δίκιο τους. Στη ζωή, πόσες φορές δεν θεωρείται (άτυπα) τρελός όποιος, για οποιονδήποτε λόγο και με οποιονδήποτε τρόπο, δεν συμβαδίζει με τον συρμό; Και σ’ εκείνον, ωστόσο, η συλλογική υιοθέτηση και εφαρμογή μιας νοοτροπίας ή συμπεριφοράς μπορεί να φαντάζει σαν ομαδική παράκρουση. Ο αμοιβαίος, αντιπαραθετικός αυτός αντικατοπτρισμός αναδεικνύεται μέσα απ’ τη ζοφερά παραστατική περιγραφή ενός υπαρκτού –ή δυνητικά υπαρκτού– κολαστηρίου-παγίδας, προειδοποιητικής αλληγορίας για το πού οδεύουμε. Αν, δηλαδή, δεν έχουμε ήδη φτάσει.


«Νύχτα» του Νίκου Χατζηπαπά
Εκδόσεις ΟΤΑΝ
του Λέανδρου Πολενάκη
Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου την Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021, στο 49ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο ΖΑΠΠΕΙΟ (Σκηνή Ρήγας Φερραίος)
Το βιβλίο του σκηνοθέτη, ηθοποιού και πολλά άλλα, Νίκου Χατζηπαπά, με τον μονολεκτικό τίτλο «Νύχτα», τυπικά είναι μια συλλογή οκτώ «παράξενων», μέσα σε εισαγωγικά, διηγημάτων. Πράγματι, πρόκειται για μια σπονδυλωτή νουβέλα που κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα… στη νύχτα και στη νύχτα. Διότι μια κάθετη, διαμπερής ρωγμή χωρίζει στα δύο τη νύχτα. Στο κομμάτι που βλέπουμε με τη μέσα όρασή μας, το ονειρικό κομμάτι, και στο κομμάτι που μας βλέπει να πλανιόμαστε σαν σκιές ονείρων στο φως της μέρας. Ποιο από τα δύο είναι το αληθινό; Να θυμίσω το απόσπασμα αριθμός 26 του Ηράκλειτου: «Άνθρωπος εν ευφρόνη φάος άπτεται εαυτώ αποσβεσθείς όψεις, ζων δε άπτεται τεθνεώτος εύδων, εγρηγορός άπτεται εύδοντος»: «Ό άνθρωπος μέσα στη νύχτα, όταν πάψει να βλέπει, γίνεται ο ίδιος φως για τον εαυτό του. Ζωντανός μέσα στον ύπνο αγγίζει τα όρια του νεκρού και στον ξύπνο αγγίζει τα όρια του κοιμισμένου».
Η ρήση αυτή του φιλοσόφου της Εφέσου θα μπορούσε να είναι το κλειδί για να αξιολογήσουμε σωστά το βιβλίο του Νίκου Χατζηπαπά, που δεν είναι «υπερρεαλιστικό», όπως θα μπορούσε άδικα να υποστηρίξει μια επιπόλαιη ανάγνωσή του, ούτε θητεύει στο «παράλογο», μια ετικέτα που κρεμάμε συνήθως σε όποιο κείμενο δεν ακολουθεί την πεπατημένη οδό του «δύο και δύο ίσον τέσσερα» και φέρνει αμηχανία στους ύποπτους, πολυμήχανους κατασκευαστές κανόνων και προτύπων. Το βιβλίο του Νίκου απλώς βυθίζεται στο ύδωρ της πραγματικότητας και χάνει από το βάρος του ίσο βάρος με το ύδωρ της πραγματικότητας που εκτοπίζει. Για να μπορέσει να πετάξει. Το βιβλίο του Νίκου, στην παραπλανητική αποσπασματική του μορφή αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου χαμένου όλου και είναι, με την έννοια αυτή, «Ηρακλείτιο».
Λίγα για τον υπερρεαλισμό, πριν μπούμε στο βιβλίο του Νίκου. Το μόνο, ίσως αυθεντικό και όχι δάνειο πνευματικό προϊόν της Δυτικής κουλτούρας, δεν ήταν μια απλή αμφισβήτηση του λογοτεχνικού τρόπου της Δυτικής κυρίως Ευρώπης, αλλά ένα κίνημα που ήθελε να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του ανθρώπου, εγκλωβισμένου σε έναν στείρο ορθολογισμό, διευρύνοντας τα όρια του «πραγματικού», έτσι ώστε να χωρούν σε αυτά όλες οι άυλες οντότητες, όπως η φαντασία και το όνειρο, που έμεναν έως τότε «εκτός των πυλών» φτωχές ζητιάνες μιας ζωής που περνούσε εμπρός τους ακατάδεχτη και αλαζονική. Σωστά. Πάπας του υπερρεαλισμού ήταν ένας λόγιος Γάλλος ποιητής, ο Αντρέ Μπρετόν, που διακήρυσσε, όμως, ακόμη ότι… η Ευρώπη βρίσκεται για εικοσιπέντε αιώνες… υπό ελληνική κατοχή (εννοούσε ότι την είχε σκλαβώσει το ελληνικό πνεύμα) και είναι καιρός να την αποτινάξει. Τα έλεγε αυτά στον μεσοπόλεμο, έχοντας μια θολή αντίληψη του τι ερχόταν. Έστω, αυτό. Το ζήτημα είναι ότι το κίνημα του υπερρεαλισμού «έπιασε», πριν καταλήξει σε μια απλή φόρμα, στις χώρες εκείνες της Δυτικής κυρίως Ευρώπης που είχαν υιοθετήσει ένα μονοδιάστατο τρόπο ζωής και μια μονοεπίπεδη αντίληψη της πραγματικότητας. Ενώ η ζωή είναι πολυδιάστατη και η πραγματικότητα πολυεπίπεδη. Σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, που διατηρούσαν ζωντανή την αίσθηση μιας μυθικής πραγματικότητας και την επαφή με τα πολλά επίπεδά της, ο υπερρεαλισμός λειτούργησε διαφορετικά, ως ένα κίνημα νεωτεριστικό που αναζωογόνησε μια αρχαία πνευματικότητα, ειδικά στην Ελλάδα σπάζοντας τα γλωσσικά φράγματα που είχαν υψώσει οι γλωσσαμυντορισμοί ένθεν και ένθεν και ελευθερώνοντας το δυναμικό της ενιαίας ελληνικής γλώσσας στην ποίηση και στην πεζογραφία. Με κλασικά παραδείγματα τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο. Ακόμη και ο Μίλτος Σαχτούρης, με τις τραγικές νωπογραφίες του τού εμφυλίου, δεν γλίτωσε από τον χαρακτηρισμό του «σουρρεαλιστή», που ήταν για τους αμαθείς αστούς, τότε, σχεδόν υβριστικός. Κι όμως, η ρημαγμένη καθημερινότητά του, όπως και δική μας, ξεχειλίζει από παντού. Ένα ποίημά του με τον τίτλο «Η κακή εικόνα», από μια συλλογή του 1956, μας περιγράφει με ακρίβεια ανατριχιαστική -χωρίς να το δηλώνει- την εικόνα που αντίκρισαν οι επιστήμονες στα νησιά «Μπικίνι» του Ειρηνικού που είχαν γίνει πεδίο πυρηνικών δοκιμών, όταν αποβιβάστηκαν μετά από λίγα χρόνια εκεί. Τα ψάρια που είχαν βγάλει πόδια και σκαρφάλωναν στα καμένα δέντρα, δεν είναι διόλου προϊόν υπερρεαλιστικής φαντασίας.
Θέλω να πω με δυο λόγια, ότι για εμάς, εδώ, η πραγματικότητα, όπως με τόση τέχνη την περιγράφει ο Νίκος Χατζηπαπάς στο βιβλίο του, είναι από μόνη της υπερρεαλιστική, δεν χρειάζεται να της κρεμάσουμε σχετική ετικέτα. Απλώς, την έχουμε συνηθίσει ως πραγματικότητα και δεν το καταλαβαίνουμε πάντα. Μόνο σε οριακές περιπτώσεις, όπως αυτές που επισημαίνει ο Νίκος στο βιβλίο του. Επιτρέψτε μου να σας αναφέρω ένα προσωπικό παράδειγμα από τη στρατιωτική θητεία μου στο ναυτικό. Υπηρετούσα στο τηλεφωνείο μιας μονάδας και είχα το καθήκον να παίρνω σήματα τηλεφωνικά και να τα καταγράφω σε ένα ειδικό βιβλίο. Μια μέρα πήρα ένα σήμα που έλεγε: «Ο πλοίαρχος Κουνέλης εγκατέλειψε το πλοίο Σκύρος στον όρμο Κουνέλι της Νήσου Σκύρου». Κατέγραψα το σήμα και παρά λίγο να πάω ναυτοδικείο, επειδή κανείς δεν πίστευε ότι ήταν αληθινό. Τέτοιος είναι ο υπερρεαλισμός της πραγματικότητας.
Μετά από αυτήν τη σύντομη εισαγωγή, χαιρετίζω το βιβλίο του Νίκου Χατζηπαπά με τα οκτώ διηγήματα που συνθέτουν ένα υπερβατικό τοπίο μιας προσωπικής και ταυτόχρονα κοινής μυθολογίας. Με άξονα κεντρικό, τολμώ να πω, την αναζήτηση της αγάπης. Όχι της ρομαντικής αγάπης, αλλά εκείνης που καταξιώνει τον άνθρωπο, όχι ως μέτρο αξίας των πραγμάτων όπως διακήρυξαν οι σοφιστές, αλλά ως αξία καθολική, διαχρονική, τον ίδιο. Τα οκτώ αριστουργηματικά αφηγήματα, αληθινά κομψοτεχνήματα γραφής, μοιάζουν με μικρά αλαβάστρινα γλυπτά μιας ιδανικής ελληνιστικής εποχής, με έρωτες, νύμφες, σάτυρους, ψυχές καμόντων ολοζώντανες, να περνούν εμπρός μας.
Επισημαίνω το κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, διήγημα με τον τίτλο «Νύχτα» που έδωσε και το όνομα στην όλη συλλογή, διόλου υπερρεαλιστικό, που περιγράφει συγκλονιστικά το άσυλο – κολαστήριο των ψυχασθενών και ψυχικά πασχόντων της Λέρου, που ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια σε λειτουργία. Ένα πραγματικό «ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Και όμως βγαίνεις λυτρωμένος από αυτό, κλείνοντας το βιβλίο. Τέτοια η δύναμη της τέχνης του.